Δεν αρκεί να αποφασίσει κανείς ότι δεν θα γίνει σαν τους γονείς του για να σπάσει ένας διαγενεακός κύκλος. Τα μοτίβα που κληρονομούμε λειτουργούν συχνά έξω από την επίγνωσή μας και επηρεάζουν τον τρόπο που αγαπάμε, σχετιζόμαστε και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Η σύγκριση με τη δική μας παιδική ηλικία, η άρνηση του παρελθόντος ή η αποφυγή του γονεϊκού ρόλου μπορεί να μας κάνουν να αναπαράγουμε, με διαφορετικές μορφές, όσα προσπαθούσαμε να αφήσουμε πίσω. Η αλλαγή δεν ξεκινά από την απόρριψη της ιστορίας μας, αλλά από την κατανόηση της.
Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα στις σχέσεις και διαμορφώνουν την εικόνα του εαυτού τους από όσα βιώνουν καθημερινά. Όταν όμως ο γονέας αποκτήσει επίγνωση των δικών του ασυνείδητων μοτίβων, μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο τρόπο σύνδεσης, βασισμένο στη συναισθηματική διαθεσιμότητα, την αυτοσυμπόνια και τη γονεϊκή αναστοχαστική λειτουργία. Ο κύκλος δεν σπάει μέσα από την τελειότητα, αλλά μέσα από μικρές, σταθερές αλλαγές που επιτρέπουν τόσο στον γονέα όσο και στο παιδί να γράψουν μια διαφορετική οικογενειακή ιστορία.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.
